Κρίσεις Πανικού & Διαταραχή Πανικού

κρίσεις πανικού

Τι είναι οι κρίσεις πανικού;

Οι κρίσεις πανικού (ή επεισόδια πανικού) αφορούν μια ισχυρή αντίδραση του οργανισμού – προκαλούν ένα ξαφνικό και έντονο αίσθημα φόβου, το οποίο συνοδεύεται από αυξημένα σωματικά συμπτώματα ως απάντηση σε καταστάσεις που θεωρούμε επικίνδυνες ή απειλητικές. Παρόλο που από μόνες τους δεν είναι επικίνδυνες για την υγεία μας, οι συχνές κρίσεις πανικού μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την ποιότητα ζωής και τη λειτουργικότητα μας σε πολλούς και σημαντικούς τομείς της καθημερινότητας.

Υπάρχουν δύο (2) τύποι κρίσης πανικού:

Α. Αναμενόμενες κρίσεις πανικού όταν υπάρχει ένα εμφανές ερέθισμα ή εναυσμα (το οποίο λειτουργεί ως trigger). Για παράδειγμα όταν βρισκόμαστε σε μέρη που στο παρελθόν είχαμε βιώσει μια κρίση πανικού ή όταν βρισκόμαστε σε μέρη που πιστεύουμε ότι η διαφυγή θα είναι δύσκολη.

Β. Απροσδόκητες κρίσεις πανικού είναι αυτά τα επεισόδια πανικού που το ερέθισμα απουσιάζει και πυροδοτούνται από το πουθενά ακόμα και σε στιγμές που το άτομο χαλαρώνει ή και στον ύπνο.

Ποια είναι τα συμπτώματα της κρίσης πανικού;

Σύμφωνα με το DSM-5, μια κρίση πανικού θα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τέσσερα (4) από τα επακόλουθα συμπτώματα:

  • Ταχυκαρδία ή/και την αίσθηση ότι «η καρδιά πάει να σπάσει»
  • Εφίδρωση
  • Τρέμουλο
  • Αίσθημα λαχανιάσματος ή ασφυξίας
  • Αίσθημα πνιγμού
  • Πόνος στο στήθος
  • Ναυτία
  • Αίσθημα ζάλης ή τάση για λιποθυμία
  • Ρίγη ή εξάψεις
  • Μούδιασμα
  • Φόβος επερχόμενου θανάτου
  • Φόβος απώλειας του ελέγχου ή επερχόμενης «τρέλας» – «Θα χάσω το μυαλό μου» – «Θα συμπεριφερθώ ανόητα» – «Θα γίνω ρεζίλι»
  • Αποπραγματοποίηση (αίσθηση μη πραγματικού) ή Αποπροσωποποίηση (αίσθημα αποσύνδεσης από τον εαυτό)

Πόσο διαρκούν οι κρίσεις πανικού;

Η διάρκεια μιας κρίσης πανικού συνήθως κυμαίνεται από τα 5-20 λεπτά, ωστόσο μπορεί να διαρκέσει και περισσότερο.

Τι είναι η Διαταραχή Πανικού;

Οι κρίσεις πανικού είναι το βασικό χαρακτηριστικό της Διαταραχής Πανικού, αν και μπορούμε να τις συναντήσουμε και σε άλλες διαταραχές. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει ότι όποιος βιώσει μια κρίση πανικού αυτόματα αναπτύσσει και διαταραχή πανικού.

Η διάγνωση της διαταραχής πανικού γίνεται όταν ένα άτομο βιώνει επαναλαμβανόμενες και απροσδόκητες κρίσεις πανικού (τα κριτήρια μιας κρίσης πανικού όπως αναφέρονται πιο πάνω). Επίσης, απαραίτητο κριτήριο αποτελεί τουλάχιστον μια από τις κρίσεις πανικού να ακολουθείται για 1 μήνα (ή περισσότερο) από ένα ή και από τα δύο ακόλουθα:

  1. Έντονη και επίμονη ανησυχία του ατόμου για νέες κρίσεις πανικού ή για τις επιπτώσεις τους (π.χ. καρδιακό ή εγκεφαλικό επεισόδιο, φόβος ότι θα χάσει τον έλεγχο ή θα τρελαθεί).
  1. Σημαντική αλλαγή στη συμπεριφορά που σχετίζεται με τις κρίσεις πανικού, όπως η αποφυγή συγκεκριμένων δραστηριοτήτων (π.χ. σωματική άσκηση) ή καταστάσεων, με στόχο να αποφευχθεί μια ενδεχόμενη κρίση πανικού.

Τέλος, η διάγνωση θα πρέπει να λάβει υπόψη το αν οι κρίσεις πανικού προήλθαν λόγω χρήσης ουσιών ή αν η αιτία τους επεξηγείται καλύτερα από την ύπαρξη μιας διαφορετικής ψυχικής ή/και σωματικής διαταραχής.

κρίσεις πανικού, διαταραχή πανικού

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ κρίσης πανικού και κρίσης άγχους;

Η βασική διαφορά έγκειται στο ότι διάφοροι στρεσογόνοι παράγοντες μπορούν να πυροδοτήσουν κρίσεις άγχους, με το άγχος να αυξάνεται ομαλά και σταδιακά μέσα στην κατάσταση. Σε αντίθεση, οι κρίσεις πανικού συμβαίνουν συνήθως απροσδόκητα και ξαφνικά – σαν να έρχονται από το πουθενά.

Επίσης, το άγχος προκαλεί και μια σειρά φυσιολογικών αντιδράσεων και σωματικών συμπτωμάτων όπως η ταχυκαρδία ή η εφίδρωση. Τα συμπτώματα αυτά στη διάρκεια μιας κρίσης άγχους διαρκούν περισσότερο και είναι χαμηλότερης έντασης, ενώ οι κρίσεις πανικού έχουν πιο έντονα συμπτώματα μικρότερης διάρκειας.

Τέλος, υπάρχει διαφορά και στην ερμηνεία των συμπτωμάτων. Στη διάρκεια μιας κρίσης πανικού το άτομο πιστεύει και φοβάται ότι διατρέχει άμεσο κίνδυνο (π.χ. «Θα πεθάνω», «Θα πάθω καρδιακό ή εγκεφαλικό», «Θα τρελαθώ, θα χάσω τον έλεγχο και θα συμπεριφερθώ ανόητα», «Θα λιποθυμήσω», «Θα γίνω ρεζίλι»). Στη διάρκεια μιας κρίσης άγχους οι ερμηνείες αυτές μάλλον απουσιάζουν ή τουλάχιστον η πίστη σε αυτές είναι πολύ χαμηλή.

Ο φόβος του φόβου

Τόσο το άγχος όσο και ο φόβος αποτελούν πολύ χρήσιμα συναισθήματα και τα έχουμε αναπτύξει για να μας προστατεύουν. Ακόμα και τα σωματικά συμπτώματα του άγχους (π.χ. ταχυκαρδία) έχουν εξελικτικά και βιολογικά αναπτυχθεί για να μας προετοιμάζουν να δρούμε σε καταστάσεις που αυτό είναι απαραίτητο.

Ωστόσο, η διαταραχή πανικού διαθέτει ένα στοιχείο το οποίο είναι αρκετά ξεχωριστό και αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για την ολοκλήρωση του φαύλου κύκλου της διαταραχής. Ο φόβος του φόβου. Φοβόμαστε, δηλαδή, να μη φοβηθούμε.

Ο φόβος του φόβου είναι που οδηγεί τα άτομα να επιδίδονται σε αυτό που ονομάζουμε υπερ-επαγρύπνηση, δηλαδή μια συνεχή κατάσταση ελέγχου των σωματικών αισθήσεων (π.χ. έλεγχος των παλμών, προσοχή στην αναπνοή, αναζήτηση πληροφοριών στο διαδίκτυο για τα συμπτώματα κ.α.). Ο φόβος του φόβου είναι, επίσης, που μας οδηγεί σε συμπεριφορές αποφυγής – τα άτομα αποφεύγουν συγκεκριμένα μέρη που ίσως έχει πολύ κόσμο και η διαφυγή θα είναι δύσκολη, αποφεύγουν για τον ίδιο λόγο τα ΜΜΜ, συναυλίες ή ακόμα και το να βρεθούν μόνοι μακριά από το σπίτι τους κ.α.

Τέλος, ο φόβος του φόβου σχετίζεται και με την παρερμηνεία αθώων και φυσιολογικών, κατά τ’ άλλα, σωματικών συμπτωμάτων και αισθήσεων με αποτέλεσμα οι κρίσεις πανικού να κορυφώνονται και να καταλήγουν τόσο οδυνηρές.

κρίση πανικού

Αγοραφοβία & Διαταραχή Πανικού – Τι είναι η Αγοραφοβία;

Η αγοραφοβία αποτελεί μια ξεχωριστή διαταραχή, την οποία όμως συναντάμε συχνά ταυτόχρονα με τη διαταραχή πανικού (χωρίς να είναι κανόνας αυτό). Επομένως, η διάγνωση της διαταραχής πανικού πολλές φορές γίνεται με την αναφορά της αγοραφοβίας, δηλαδή «διαταραχή πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία».

Ο λόγος που οι δύο αυτές διαταραχές συχνά συνυπάρχουν, έχουμε δηλαδή αυτό που ονομάζουμε συννοσηρότητα, είναι ότι η μία φαίνεται να εξυπηρετεί την άλλη. Με αυτόν τον τρόπο η αποφευκτική συμπεριφορά ενός ατόμου διευρύνεται σε μια προσπάθεια να μειώσει τις κρίσεις πανικού και να διαχειριστεί το φόβο του.

Τα κριτήρια για την Αγοραφοβία είναι τα εξής:

1. Εκσεσημασμένος φόβος ή άγχος σε 2 (ή περισσότερες) από τις ακόλουθες καταστάσεις:

  • Χρήση ΜΜΜ (π.χ. λεωφορείο, τρένο, αυτοκίνητο, πλοίο, αεροπλάνο)
  • Όταν το άτομο βρίσκεται σε εξωτερικούς ανοιχτούς χώρους (π.χ. πάρκινγκ, ανοιχτές αγορές, γέφυρες κ.α.)
  • Όταν το άτομο βρίσκεται σε κλειστούς χώρους (π.χ. καταστήματα, σινεμά κ.α.)
  • Όταν στέκεται σε ουρές ή βρίσκεται μέσα σε πλήθος
  • Όταν βρίσκεται έξω από το σπίτι μόνο του

2. Το άτομο φοβάται ή αποφεύγει αυτές τις καταστάσεις επειδή η διαφυγή από αυτές θα είναι δύσκολη ή δεν θα υπάρχει διαθέσιμη βοήθεια σε περίπτωση που εμφανίσει συμπτώματα πανικού ή άλλα συμπτώματα.

3. Οι αγοραφοβικές καταστάσεις προκαλούν σχεδόν πάντα φόβο ή άγχος.

4. Οι αγοραφοβικές καταστάσεις αποφεύγονται ενεργητικά, απαιτούν παρουσία συνοδού ή υπομένονται με έντονο άγχος και φόβο.

5. Ο φόβος ή το άγχος είναι δυσανάλογα προς τον πραγματικό κίνδυνο που ενέχουν οι αγοραφοβικές καταστάσεις.

6. Ο φόβος, το άγχος ή η αποφυγή είναι επίμονα και διαρκούν περισσότερο από 6 μήνες.

7. Ο φόβος, το άγχος ή η αποφυγή προκαλούν κλινικά σημαντική έκπτωση σε σημαντικούς τομείς της λειτουργικότητας του ατόμου ή/και ψυχική καταπόνηση.

8. Αν μια άλλη ιατρική κατάσταση είναι παρούσα, ο φόβος, το άγχος ή η αποφυγή παραμένουν και πάλι σαφώς υπερβολικά.

9. Ο φόβος, το άγχος ή η αποφυγή δεν εξηγούνται καλύτερα από τα συμπτώματα μιας άλλης ψυχικής διαταραχής (π.χ. διαταραχή κοινωνικού άγχους).

Θεραπεία κρίσεων πανικού & διαταραχής πανικού

Η ψυχοθεραπεία και συγκεκριμένα η Γνωστική Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία (Cognitive Behavioral Therapy – CBT) είναι σε θέση να βοηθήσει στην αντιμετώπιση της διαταραχής πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία. Διαθέτει ένα εξαιρετικό μοντέλο, το οποίο χρησιμοποιείται παγκοσμίως, με στόχο τη μείωση της συχνότητας των κρίσεων πανικού, την αύξηση της λειτουργικότητας των ατόμων και τη φυσιολογικοποίηση των σωματικών συμπτωμάτων, του άγχους και του φόβου.

Στόχος της θεραπείας δεν είναι να φτάσουμε στο να μην αγχωνόμαστε ποτέ (υπάρχει άραγε άνθρωπος στον κόσμο που το καταφέρνει αυτό;), αλλά να εκπαιδεύσει το άτομο στα συναισθήματα του άγχους και του φόβου, στα σωματικά συμπτώματα που βιώνει και στη διαχείριση τους.

θεραπεία διαταραχή πανικού

Πόσο αποτελεσματική είναι η Γνωστική Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία για τη Διαταραχή Πανικού;

Η Γνωστική Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία (CBT) έχει αποδειχθεί τουλάχιστον το ίδιο αποτελεσματική όσο και η φαρμακοθεραπεία. Ο συνδυασμός Γνωστικής Συμπεριφορικής Ψυχοθεραπείας (ΓΣΨ) και φαρμακοθεραπείας μπορεί να είναι πιο αποτελεσματικός από ότι η ΓΣΨ ή η φαρμακοθεραπεία από μόνες τους, αλλά τις περισσότερες φορές αυτό αφορά περιπτώσεις που η διαταραχή βρίσκεται σε οξύ στάδιο.

Μακροπρόθεσμα, η αντιμετώπιση της διαταραχής πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία με συνδυασμό ΓΣΨ και φαρμακοθεραπείας μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική από τη φαρμακοθεραπεία μόνη της, αλλά όχι πιο αποτελεσματική από την αποκλειστική εφαρμογή της ΓΣΨ.

Τέλος, τα θεραπευτικά αποτελέσματα από την εφαρμογή της Γνωστικής Συμπεριφορικής Ψυχοθεραπείας για τη διαταραχή πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία μπορούν να διατηρηθούν για αρκετό καιρό, ακόμα και μετά το τέλος της θεραπείας, αφού ο θεραπευόμενος μαθαίνει να γίνεται ο θεραπευτής του εαυτού του.

Κρίσεις Πανικού – Διαταραχή Πανικού

References

American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). https://doi.org/10.1176/appi.books.9780890425596

Clark, D. M., Salkovskis, P. M., Öst, L.-G., Breitholtz, E., Koehler, K. A., Westling, B. E., Jeavons, A., & Gelder, M. (1997). Misinterpretation of body sensations in panic disorder. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 65(2), 203–213. https://doi.org/10.1037/0022-006X.65.2.203

Gould, R. A., Ott, M. W., & Pollack, M. H. (1995). A meta-analysis of treatment outcome for panic disorder. Clinical Psychology Review15(8), 819-844. doi:10.1016/0272-7358(95)00048-8  

Hofmann, S. G., Meuret, A. E., Rosenfield, D., Suvak, M. K., Barlow, D. H., Gorman, J. M., Shear, M. K., & Woods, S. W. (2007). Preliminary evidence for cognitive mediation during cognitive-behavioral therapy of panic disorder. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 75(3), 374–379. https://doi.org/10.1037/0022-006X.75.3.374

Otto, M. W., Pollack, M. H., & Maki, K. M. (2000). Empirically supported treatments for panic disorder: Costs, benefits, and stepped care. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 68(4), 556–563. https://doi.org/10.1037/0022-006X.68.4.556

Pull, C. B., & Damsa, C. (2008). Pharmacotherapy of panic disorder. Neuropsychiatric disease and treatment4(4), 779–795. https://doi.org/10.2147/ndt.s1224

Μετάβαση στο περιεχόμενο